διασημότατα

διασημότατα
διάσημος
clear
adverbial superl
διάσημος
clear
neut nom/voc/acc superl pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • διασημοτάτας — διασημοτάτᾱς , διάσημος clear fem acc superl pl διασημοτάτᾱς , διάσημος clear fem gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”